Κι έτρεχα στους χωματόδρομους με ιδρώτα στο λαιμό. Ελπίζω κανείς να μην πάρει αυτό που με περιμένει. Καθώς έτρεχα στο γρασίδι, βροχή από τριαντάφυλλα μεταμόρφωσαν την κόρη των ματιών μου σε κόκκινο. Δε μπορούσα να σταματήσω ν’ απολαύσω την ευτυχία των ουρανών όμως. Μετά από χρόνια έφτασα στον αχυρώνα, έσκαψα στο χώμα δίπλα στην γριά ιτιά και βρήκα το πολύτιμο πετράδι. Την πέτρινη καρδιά του Θεού. Στον ήλιο το σήκωσα και μια ηλαχτίδα που αντανακλούσε γέννησε ένα λευκό άλογο φτιαγμένο από φως ακριβώς μπροστά μου. Αμέσως ανέβηκα στη ράχη και άρχισα να καλπάζω πράσινες πεδιάδες και σταχτιά χωράφια, ποτάμια μακρυά σαν τη χαίτη του άλογου, κι απέραντα βουνά και λόφους με πουρνάρια. Ύστερα πέρασα από ογκόλιθους που ήταν στιβαγμένοι στο έδαφος με σειρά, αγάλματα αντρών σοφών και μιας γυναίκας ελεύθερης σαν αετός που κρατούσε βιβλία και φωτιά. Ώσπου έφτασα στο τέλος του κόσμου, στον γκρεμό που οδηγεί στα έγκατα της Γης. Ο ουρανός έγινε γκρίζος κι αστραπές βροντούσαν σαν τα τύμπανα της Απ...